Loading Events

Τελευταία Κλήση | REX

REX MUNICIPAL CINEMA OF AGIOS NIKOLAOS, CRETE

Sold out

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΛΗΣΗ

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000. Μια κλοπή όπλων από ένα στρατόπεδο. Ένας γνωστός εγκληματίας κρατάει όμηρο μια οικογένεια στο Παγκράτι και απειλεί να την ανατινάξει αν δεν εμφανιστεί ζωντανά στην τηλεόραση. Ένα τηλεοπτικό κανάλι σε αναβρασμό και η αστυνομία να κοιτάζει έναν δραπέτη να την εκθέτει για πολλοστή φορά. Όλοι τους νήματα σε έναν ιστό που κάποιοι υφαίνουν στο παρασκήνιο.

Μια ταινία μυθοπλασίας εμπνευσμένη από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.

Director's Note
Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός να παρακολουθώ μαζί με όλη τη χώρα το πραγματικό γεγονός που με ενέπνευσε να γράψω αυτό το σενάριο ζωντανά στην τηλεόραση. Παρακολουθήσαμε συλλογικά μια συνταρακτική ιστορία που εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο, με τις λεπτομέρειές της να αναδύονται σταδιακά… μέχρι το τραγικό τέλος, το οποίο επίσης μεταδόθηκε ζωντανά. Την ίδια αίσθηση που είχαμε κι εμείς τότε, θέλω να μεταφέρω στο κοινό. Γι’ αυτό και η ιστορία της ταινίας ξεφεύγει αρκετά από τα πραγματικά περιστατικά, μιας και αυτό που πάντα αναρωτιόμαστε είναι «τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά». Αυτό έρχεται να προσθέσει η μυθοπλασία και να προσθέσει σε χαρακτήρες και καταστάσεις, δίνοντας μια νέα πρωτότυπη διάσταση. Η ταινία ξεκινά με το τηλεφώνημα και όχι με κάποιο προηγούμενο γεγονός. Γιατί έτσι το ζήσαμε κι εμείς. Τα «πώς» και τα «γιατί» θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Η δράση ξετυλίγεται κυρίως σε δύο βασικούς χώρους – τον τηλεοπτικό σταθμό και το διαμέρισμα (εσωτερικά και εξωτερικά).
Οι πρωταγωνιστές είναι παγιδευμένοι σε αυτούς τους δύο χώρους. Οι όμηροι και ο Νικολάι είναι παγιδευμένοι στο διαμέρισμα, ο Αντώνης στη θέση του παρουσιαστή, και ο ταξίαρχος Οικονόμου, ο επικεφαλής της αστυνομικής επιχείρησης, έξω από την πολυκατοικία όπου λαμβάνει χώρα η ομηρία. Τα συναισθήματα των χαρακτήρων ξεκινούν με σχετική ηρεμία, αλλά καθώς συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος λιγοστεύει, η ένταση αυξάνεται. Ουσιαστικά, καθώς η ιστορία εξελίσσεται, περνούν από τα πέντε στάδια του πένθους χωρίς να το συνειδητοποιούν.
Κάθε ατάκα, έκφραση ή κίνηση θα αντικατοπτρίζει το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες σε κάθε σκηνή. Οι ηθοποιοί είναι στο επίκεντρο καθώς η ταινία βασίζεται κυρίως στην υποκριτική τους. Θα μπορούσα να περιγράψω την ταινία ως ένα αστυνομικό θρίλερ το οποίο εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και στο οποίο παρακολουθούμε τις ταυτόχρονες ιστορίες των πρωταγωνιστών που, αν και δε βρίσκονται ποτέ στο ίδιο δωμάτιο, προσπαθούν να επιτύχουν έναν κοινό στόχο. Αυτή η προσέγγιση είναι που καθορίζει τον ρυθμό της ταινίας ο οποίος μοιάζει με αυτόν του παλμού της καρδιάς… Καθώς ο χρόνος τελειώνει, οι καρδιακοί παλμοί επιταχύνονται μέχρι την έκρηξη της χειροβομβίδας οπότε και σταματάνε. Θα ήθελα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στο κοινό από την αρχή έως το τέλος της ταινίας.
Στόχος μου είναι η ταινία αυτή να τραβήξει την προσοχή του θεατή από την αρχή, να μην τον αφήσει να πάρει ανάσα και ταυτόχρονα να τον κάνει να ανυπομονεί για το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, ακόμα κι αν γνωρίζει το πραγματικό γεγονός. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, βουτάμε στην πλοκή και καθώς η ιστορία προχωρά, λαμβάνουμε πληροφορίες που εντείνουν την αγωνία ενώ όλο και περισσότερα πράγματα διακυβεύονται.

Aποκλειστικό ρεπορτάζ: η σκηνοθεσία της Τελευταίας Κλήσης

Με μία σκηνοθετική ματιά που ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ένταση, ο Sherif Francis υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ εμπνευσμένο από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Μια ταινία μυθοπλασίας που συνθέτει πολλαπλές επιρροές και αφηγείται μία πρωτότυπη ιστορία.

Το στόρι: μια κρίση σε πραγματικό χρόνο
«Η ταινία επικεντρώνεται σε μια υπόθεση ομηρίας, η οποία εξελίσσεται ζωντανά στον αέρα, αλλά συγχρόνως και στα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω από αυτήν. Βλέπουμε την κατάσταση που δημιουργείται στο τηλεοπτικό κανάλι, μέσα στο σπίτι όπου εκτυλίσσεται η ομηρία, αλλά και παρασκηνιακά με την αστυνομία κάτω από την πολυκατοικία και όσα συμβαίνουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία. Ένας άνθρωπος κρατά όμηρο μια οικογένεια και επικοινωνεί ζωντανά με έναν τηλεοπτικό σταθμό για λόγους που θα αποκαλυφθούν στην πορεία της ταινίας. Πρόκειται για μυθοπλασία, εμπνευσμένη ωστόσο από διάφορα πραγματικά γεγονότα. Το έγραψα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι μια συναρπαστική ταινία, μια ταινία που θα ήθελα και εγώ ο ίδιος να παρακολουθήσω».

Η επιλογή του cast
«Χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να καταλήξουμε στο cast. Πρόκειται για μια βαθιά ανθρωποκεντρική ταινία και κάθε ρόλος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Υπήρξε πολλή σκέψη, έρευνα και συζήτηση, ώστε να βρούμε τους ηθοποιούς που θα μπορούσαν να αποδώσουν με ακρίβεια και αλήθεια τους χαρακτήρες».

Η πρόκληση της ταινίας
«Η μεγαλύτερη πρόκληση, σε σχέση με άλλα projects που έχω αναλάβει, ήταν το μέγεθος της παραγωγής, αλλά και η διαχείριση των λεπτομερειών. Δεν μιλάμε για δύο ή τρία στοιχεία που χρειάζονται προσοχή, αλλά για χιλιάδες μικρές παραμέτρους. Σταδιακά συνειδητοποιείς ότι η ταινία είναι φτιαγμένη εξ ολοκλήρου από λεπτομέρειες. Κάθε βλέμμα, κάθε παύση, κάθε τεχνική επιλογή έχει σημασία».

Από ένα προσωπικό σχέδιο σε κινηματογραφική παραγωγή
«Το αρχικό σενάριο το ξεκίνησα πριν από επτά χρόνια, γράφοντας στον ελεύθερο χρόνο μου. Η περίοδος της πανδημίας ήταν καθοριστική. Όλες οι δουλειές είχαν σταματήσει και ουσιαστικά βρέθηκε ο χρόνος να προχωρήσω το κείμενο. Τότε είδα στο Facebook μια ανάρτηση της Tanweer Productions για το Pitching Forum και την ανοιχτή πρόσκληση για σενάρια.
Βρισκόμουν περίπου στο 40% του σεναρίου και μέσα σε έναν μήνα ολοκλήρωσα το υπόλοιπο. Το υπέβαλα κυριολεκτικά μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Επιλέχθηκα ανάμεσα σε είκοσι δημιουργούς για να παρουσιάσω το σχέδιο και η Tanweer έδειξε έντονο ενδιαφέρον. Σταδιακά, και καθώς ολοκλήρωνε άλλα projects, η ταινία εντάχθηκε στον μελλοντικό προγραμματισμό της εταιρείας.
Όταν ήρθε η στιγμή των τελικών συζητήσεων, ζήτησα να αναλάβω και τη σκηνοθεσία. Παρότι είχα γράψει το σενάριο, η βασική μου ταυτότητα είναι σκηνοθετική. Η πρόταση έγινε δεκτή και τους ευχαριστώ γι’ αυτό. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της ταινίας».

Πώς προέκυψε ο τίτλος Τελευταία Κλήση
«Η Τελευταία Κλήση ξεκίνησε ως working title και ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν άρχισα να γράφω. Σκέφτηκα να το ονομάσουμε έτσι προς το παρόν και βλέπουμε αν στην πορεία αλλάξει. Τελικά, ο τίτλος έμεινε. Παρότι συζητήσαμε εκτενώς πολλές δημιουργικές λεπτομέρειες, ποτέ δεν τέθηκε σοβαρά θέμα αλλαγής του. Για κάποιο λόγο, λειτούργησε από την αρχή.
Μέσα στην ταινία τα τηλέφωνα παίζουν κομβικό ρόλο — υπάρχουν συνεχείς συνδέσεις, συνομιλίες, κλήσεις που καθορίζουν τις εξελίξεις. Η τελευταία κλήση δεν αφορά απαραίτητα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Μπορεί να αφορά μια κατάσταση, μια επιλογή, μια στιγμή χωρίς επιστροφή».

Το βασικό cast
«Ουσιαστικά, έτσι όπως εξελίχθηκε η υπόθεση είναι τέσσερις οι πρωταγωνιστές και όχι δύο. Είναι ο Αυγουστίδης, ο Μπένος, η Ναυπλιώτου και ο Λάλος. Οι τέσσερίς τους δημιουργούν πολύ ωραίες δυναμικές και η πιο συγκλονιστική λεπτομέρεια είναι ότι ο Ορφέας και ο Γιώργος δεν συναντιούνται ποτέ στην ταινία. Οι δύο πρωταγωνιστές βρίσκονται σε συνεχή διάλογο σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, χωρίς όμως να μοιράζονται τον ίδιο χώρο, μόνο τηλεφωνικώς. Για τον λόγο αυτό, στα γυρίσματα των σκηνών του Γιώργου, ο Ορφέας παρευρισκόταν στο σετ ώστε να δίνει ζωντανά τις ατάκες του. Αντίστοιχα, όταν γυρίζονταν τα πλάνα του Ορφέα, ο Γιώργος ήταν εκεί για να τροφοδοτεί τη σκηνή με την ίδια αμεσότητα. Αυτή η διαδικασία επέτρεψε τη δημιουργία αυθεντικών, φυσικών αντιδράσεων μεταξύ τους και ενίσχυσε τη δραματική ένταση των σκηνών».Top of Form

Σε ζωντανή μετάδοση: οι πρωταγωνιστές

Ένα τηλεοπτικό κανάλι σε αναβρασμό. Δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες και τεχνικοί ισορροπούν ανάμεσα στη δεοντολογία και την τηλεθέαση. Η κάμερα γράφει αλλά ποιος ελέγχει την εικόνα; Η ταινία φωτίζει τον ρόλο των ΜΜΕ σε πραγματικό χρόνο, εκεί όπου η είδηση μετατρέπεται σε θέαμα.

Ορφέας Αυγουστίδης
Ο πρωταγωνιστής περιγράφει τον Νικολάι ως έναν άνθρωπο σε οριακή κατάσταση, αποφεύγοντας εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις και εστιάζοντας στις συνθήκες που οδηγούν στις επιλογές του χαρακτήρα: «Ο ρόλος μου στην ταινία Τελευταία Κλήση είναι ο ρόλος του Νικολάι. Είναι ένα παιδί που βρίσκεται σε μια ακραία περιοχή απελπισίας, διεκδικεί ένα χώρο για να πει την ιστορία του και να βρει το δίκιο του με κάποιο τρόπο μέσα στο σύμπαν εκείνης της εποχής. Προσπαθεί να υπερασπιστεί ένα μικρό κομμάτι της ύπαρξής του η οποία είναι τσαλαπατημένη και από τον ίδιο και από την κοινωνία και από τις επιλογές του. Μιλάμε πάντα για τον ρόλο, δεν μιλάμε για τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Πρόκειται για μία ταινία μυθοπλασίας βασισμένη σε κάποια αληθινά γεγονότα και το λέω αυτό γιατί εγώ δούλεψα ένα ρόλο από το μηδέν. Δεν βασίστηκα πάνω σε κανένα πρόσωπο. Αυτή είναι η στιγμή που βλέπουμε τον Νικολάι σε αυτήν την ταινία. Δηλαδή τον βλέπουμε, τον συναντάμε να διαχειρίζεται αυτήν την ακραία συνθήκη. Με τον συγκεκριμένο τρόπο που το διαχειρίζεται. Υπάρχουν κάποια όρια ηθικά που δεν μπορείς να τα ξεπεράσεις για χάρη κανενός ρόλου».

Ο Ορφέας Αυγουστίδης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση της έντασης του ρόλου και στις διακυμάνσεις της ερμηνείας: «Δεν είναι αυτό που λέμε, να δικαιολογήσουμε τον ρόλο, να τον καταλάβουμε. Δεν είναι προϋπόθεση αυτό. Για μένα είναι περισσότερο να μην χαρακτηρίζουμε τους ρόλους καλούς, κακούς, αυτό, το ένα, το άλλο, γιατί δεν μπορείς να τον προσεγγίσεις μετά σε βάθος, γιατί μένεις σε αυτό το πρόσημο που έχεις αποφασίσει ότι είναι. Δεν ήταν στόχος μου να τον δικαιολογήσω, στόχος μου ήταν να βρω μέσα από ποια διαδρομή και ποια θολούρα θα μπορούσε να οδηγήσει έναν άνθρωπο να πάρει τέτοιες αποφάσεις και να τις υπερασπιστεί. Γιατί έρχεται και μία στιγμή – χωρίς να κάνω spoilers – όταν αυτός ο xαρακτήρας καταλαβαίνει πού έχει φτάσει, τί έχει κάνει, ότι πια δεν υπάρχει επιστροφή και ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού είναι ευθύνη του».
Ο ηθοποιός θεωρεί ότι η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η ένταση του ρόλου: «Ο χαρακτήρας βρίσκεται σε μια ακραία κατάσταση καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Η ένταση πρέπει να είναι συνεχής, αλλά ταυτόχρονα να έχει διακυμάνσεις. Έπρεπε να αναδειχθεί η διαδρομή του χαρακτήρα μέσα σε αυτή τη συνθήκη και να δούμε τη σκέψη του, την ανάσα του, τις μικρές μετατοπίσεις του. Να βρούμε διαφορετικές περιοχές έκφρασης της ίδιας ακραίας κατάστασης, ώστε να μην είναι όλες οι στιγμές όμοιες μεταξύ τους. Αυτή ήταν σίγουρα μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες».
Για την συνεργασία με το καστ θα μοιραστεί ότι: «Ήταν εξαιρετική και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Με τους ηθοποιούς που βρισκόμασταν στο σπίτι δεν γνωριζόμασταν προηγουμένως, ούτε είχαμε ξαναδουλέψει μαζί. Αυτή η αρχική αμηχανία που υπήρχε λειτούργησε δημιουργικά, γιατί ταίριαζε και με τη συνθήκη της ιστορίας. Νομίζω ότι όλοι την αφουγκραστήκαμε και τη χρησιμοποιήσαμε προς όφελος των σκηνών. Με τον Γιώργο (Μπένο), με τον οποίο οι χαρακτήρες επικοινωνούν διαρκώς τηλεφωνικά χωρίς να συναντιούνται ποτέ, επιλέξαμε έναν ιδιαίτερο τρόπο δουλειάς. Αντί να διαβάζει ένας βοηθός τις ατάκες εκτός κάμερας, όπως συνηθίζεται, αποφασίσαμε να είμαστε παρόντες στα γυρίσματα ο ένας του άλλου. Πήγαινα στα δικά του γυρίσματα και παίζαμε ζωντανά τη σκηνή, σαν να βρισκόμουν εκεί, και αντίστοιχα εκείνος ερχόταν στα δικά μου. Αυτό δημιούργησε μια αμεσότητα και μια αληθινή αντίδραση που ήταν πολύτιμη για τη σχέση των χαρακτήρων».
Θα κλείσει με μία ευχή για τον σκηνοθέτη: «Ο Sherif Francis είναι ένας υπέροχος, γλυκός και βαθιά ευγενής συνεργάτης. Μπήκε στη δουλειά με μεγάλο ενθουσιασμό, ήταν πολύ προετοιμασμένος, συγκεντρωμένος και ήρεμος. Χάρηκα πολύ που τον συνάντησα δημιουργικά και εύχομαι αυτή η ταινία να είναι μόνο η αρχή μιας διαδρομής όπως την ονειρεύεται».
Γιώργος Μπένος
Ο ηθοποιός μιλά για τον ρόλο του στην ταινία και τη διαδικασία προσέγγισης ενός σύνθετου χαρακτήρα: «Ο ρόλος είναι ένα δύσκολο και απαιτητικό μονοπάτι, με δύο βασικές προκλήσεις. Από τη μία, ο ήρωας που υποδύομαι είναι ένας ρεπόρτερ ο οποίος, μέχρι τη στιγμή που τον συναντάμε στην ταινία, δεν έχει εμπειρία ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης. Ξαφνικά, καλείται να σταθεί μπροστά στην κάμερα σε μια ακραία και απρόβλεπτη συνθήκη. Από την άλλη, πρέπει να συνομιλήσει σε πραγματικό χρόνο με έναν άνθρωπο που κρατά ομήρους. Η επικοινωνία με την άλλη πλευρά της γραμμής, με έναν κακοποιό σε κατάσταση έντασης, δημιουργεί μια επιπλέον δραματική και ψυχολογική δυσκολία. Ο ήρωας καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον επαγγελματισμό, τον φόβο και την ανθρώπινη ευθύνη».

Αναφερόμενος στη συνεργασία με το υπόλοιπο καστ θα δηλώσει ότι: «Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με τους περισσότερους από τους συναδέλφους μου και χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό. Πρόκειται για σπουδαίους ηθοποιούς. Λόγω της φύσης του ρόλου μου, οι περισσότερες σκηνές εκτυλίσσονται στο κοντρόλ και συχνά τους βλέπω μέσα από τα τζάμια, χωρίς άμεση επαφή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ωστόσο, μέσα από τις αναγνώσεις και την προετοιμασία που κάναμε μαζί, διαμορφώθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και δημιουργικής σύνδεσης».

Μαρία Ναυπλιώτου
Η Μαρία Ναυπλιώτου μιλάει για τον ρόλο της Καρολίνας: «Είναι μία διευθύντρια ειδήσεων. Μία γυναίκα πολύ δυναμική, πολύ ανεξάρτητη. Είναι μητέρα, μεγαλώνει μόνη της το παιδί της και βρίσκεται σε ένα άκρως πατριαρχικό περιβάλλον. Παράλληλα, έχει καταφέρει να έχει μια πολύ υψηλή θέση και στο σενάριο την βρίσκουμε σε μια στιγμή πάρα πολύ μεγάλης πίεσης, όταν δέχονται στο σταθμό ένα εντελώς αναπάντεχο τηλεφώνημα για έναν άνθρωπο που έχει μπει σε ένα σπίτι, έχει πάρει ομήρους και απαιτεί να βγει στον αέρα. Αυτό είναι κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στο σταθμό. Δεν έχουν καν μια προηγούμενη πείρα πάνω σε μια τέτοια τόσο έκτακτη κατάσταση και με τέτοια ένταση. Η Καρολίνα προσπαθεί να κρατήσει την ομάδα της δεμένη και συγχρόνως να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες που προκύπτουν με ψυχραιμία. Προσπαθεί συνεχώς να κατευνάσει το άγχος και την πίεση που νιώθει».

Πιστεύει ότι η ιδιαιτερότητα της ταινίας είναι η εξής: «Δεν συναντιόμαστε ποτέ όλοι μαζί. Είναι χωρισμένη σε τρία διαφορετικά σετ, τα οποία δεν συναντιούνται και αλληλεπιδρούν μόνο στην ταινία. Κάναμε όμως συναντήσεις και διαβάσαμε όλοι μαζί το σενάριο. Ήταν πολύ ωραία γιατί είδα ανθρώπους που έχω συνεργαστεί στο παρελθόν και είχα πολλά χρόνια να τους δω, όπως είναι ο Δημήτρης Λάλος, ο Ορφέας Αυγουστίδης, ο Ερρίκος Λίτσης, αλλά και εδώ στο δικό μας το σετ, δηλαδή στον κόσμο του σταθμού, γνώρισα τον Γιώργο Μπένο που μου έκανε τόσο καλή εντύπωση. Για τον επαγγελματισμό του και για το πόσο πραγματικά υπέροχος και γλυκός είναι. Επίσης, συνεργάζομαι με τον Νικό Ψαρά, που τον ξέρω πολλά χρόνια». Η Μαρία Ναυπλιώτου ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα από το σενάριο του Sherif Francis και της Κατερίνας Μπέη και λέει για τον σκηνοθέτη: «Η μεγάλη του λαχτάρα να κάνει την ταινία είναι μεταδοτική και σε βάζει αυτόματα μέσα σε αυτή την τόσο δημιουργική διαδικασία. Έχει συνθέσει ένα cast που είναι πολύ δύσκολο να το βρεις σε μια ταινία. Ανθρώπους, ταλαντούχους και ενδιαφέροντες και πολύ καλούς συνεργάτες».

Dimitris Lalos
Στον αντίποδα, στην πλευρά της αστυνομίας, βρίσκεται ο Δημήτρης Λάλος και προσπαθεί να εξιχνιάσει την υπόθεση: «Ο ρόλος μου, ο Ταξίαρχος Γιώργος Οικονόμου, είναι πολύ ενδιαφέρων, γιατί είναι ο άνθρωπος που είναι ο υπεύθυνος για την επιχείρηση και, ταυτόχρονα, βιώνει και τη δυσκολία που ένα ολόκληρο σύστημα βρίσκεται γύρω του και τον πιέζει. Θα λέγαμε ότι είναι ένας θετικός χαρακτήρας και ένας άνθρωπος που προσπαθεί να βρει μια άκρη, να βοηθήσει και τους ομήρους και τον δράστη.
Ο σκηνοθέτης έχει το ένστικτο και την ευαισθησία να δουλεύει με τους ηθοποιούς αλλά και να αντιλαμβάνεται την αφήγηση της ταινίας, οπότε ήταν για μένα μεγάλο ευτύχημα να βρίσκομαι εδώ. Πιστεύω ότι είμαστε τυχεροί που έχουμε ένα τέτοιο cast στην ταινία, από τον Ορφέα μέχρι τη Μαρία, αλλά και όλους τους άλλους. Είμαστε ένα δυνατό team και αυτό νομίζω θα γράψει στην ταινία και θα κάνει τη διαφορά». Ο ηθοποιός συνήθως ενσαρκώνει σκοτεινούς χαρακτήρες, ίσως αυτό συμβαίνει γιατί: «Με ενδιαφέρει το σημείο όπου το φως και το σκοτάδι αγγίζονται. Αυτοί οι χαρακτήρες κουβαλούν το βάρος της ύπαρξης, κάτι που όλοι έχουμε μέσα μας, αλλά λίγοι τολμούν να κοιτάξουν. Όσο πιο σιωπηλός είναι ένας ήρωας, τόσο πιο δυνατή είναι η εσωτερική του φωνή».

Στην άλλη γραμμή: το cast

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Η αστυνομία παρακολουθεί, ο δράστης απαιτεί, η οικογένεια αγωνιά. Κάθε δευτερόλεπτο βαραίνει. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, σε μια νύχτα που υπόσχεται γιορτή, η πόλη κρατά την ανάσα της. Κανείς δεν είναι αθώος παρατηρητής. Όλοι εμπλέκονται σε έναν ιστό που υφαίνεται στο παρασκήνιο, από επιλογές, παραλείψεις, φιλοδοξίες και φόβους. Η Τελευταία Κλήση δεν είναι μόνο μια ιστορία ομηρίας, αλλά ένα σχόλιο πάνω στην ευθύνη και την έκθεση.

Ο ηθοποιός Νίκος Ψαρράς υποδύεται τον Σταύρο Παπαγεωργίου: «Τον κεντρικό δημοσιογράφο αυτού του καναλιού, αυτός που λύνει και δένει εδώ μέσα. Στην ταινία είναι παραμονή πρωτοχρονιάς, millennium, ετοιμαζόμαστε για να κάνουμε ένα τελευταίο δελτίο που θα εστιάσουμε πολύ περισσότερο σε παγκόσμιας καταστροφές και προκύπτει μια ομηρία ενός ανθρώπου που κρατάει τέσσερις άλλους και βγαίνει ζωντανά στο δελτίο.

Αυτός ο δραπέτης λοιπόν, δεν διαλέγει εμένα για να μιλήσει, αλλά έναν ρεπόρτερ που του φαίνεται πιο συμπαθής. Ο ρόλος γνώριμος. Αυτό που έχει ένα ενδιαφέρον είναι πάντα η προσωπική φιλοδοξία του καθενός και πώς βάζει τρικλοποδιές στους συνεργάτες του». O ίδιος έχει ενθουσιαστεί για την συνεργασία του με τον σκηνοθέτη και μοιράζεται ότι: «Οι ιστορίες υπάρχουν, όταν κάναμε τη Δεκάτη Εντολή ήταν αληθινά γεγονότα τα περισσότερα, κυρίως ανεξιχνίαστες υποθέσεις. Οι ιστορίες είναι πάντα μία αφορμή και εδώ μιλάμε για μία ταινία μυθοπλασίας, όχι για ένα ντοκιμαντέρ».

Η Ρένια Λουιζίδου παίζει έναν ρόλο ο οποίος ξεκλειδώνει πολλά συναισθήματα: «Παίζω την ένοικο του διαμερίσματος στο οποίο βρίσκει καταφύγιο κυνηγημένος από την αστυνομία ο Νικολάι. Οι όμηροι είμαστε τέσσερις: εγώ, η κόρη μου που είναι η Καλλιόπη Χάσκα, ο γαμπρός μου που είναι ο Γιάννης Καράμπαμπας και το παιδάκι μας. Σε αυτό το σπίτι, λοιπόν, εισβάλλει για να προστατευθεί ο Νικολάι. Πρόκειται για μια λαϊκή, μεσαία, φτωχική μάλλον οικογένεια».

Για τον χαρακτήρα που υποδύεται δηλώνει ότι: «Η Μάρθα είναι μία συνταξιούχος νοσοκόμα και χήρα που έχει μεγαλώσει τα δυο της παιδιά με πολλούς κόπους. Ετοιμάζονται για γάμο και για χαρές και αντί αυτού, τους βρίσκει το κακό. Είναι άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, άνθρωποι του μόχθου, γι’ αυτό και δείχνουν κάπως μία κατανόηση. Η Μάρθα δημιουργεί μια πιο κοντινή σχέση κάποια στιγμή με τον Νικολάι σαν μητρική φιγούρα, γιατί καταλαβαίνει ότι είναι ένας απροστάτευτος άνθρωπος σε μεγάλο κίνδυνο, αλλά και γιατί προέρχονται από κοινωνικά στρώματα που καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον. Αυτό της δίνει μια μεγαλοψυχία για να μπορεί και λίγο να συμπονέσει τον άνθρωπο που έχει εισβάλλει στο σπίτι τους με την απειλή μιας χειροβομβίδας». Η Ρένια Λουιζίδου θεωρεί τον εαυτό της τυχερό που δούλεψε με αυτή την ομάδα: «Κι ας μην είχαμε ξαναδουλέψει με τους νεότερους ηθοποιούς, ούτε και με τον σκηνοθέτη, νομίζω ότι βρήκαμε έναν κώδικα σαν να έχουμε κάνει κι άλλες δουλειές μαζί. Ο Sherif είναι πολύ ταλαντούχος».

Η Καλλιόπη Χάσκα υποδύεται την Ελίνα, την κόρη της Μάρθας: «Μια ήρεμη δύναμη στο σπίτι, μέχρι που δεν είναι. Γενικά κρατάει μια λογική γραμμή και έχει πολύ έντονο το αίσθημα της αυτοθυσίας. Θα μπει μπροστά και για την ανιψιά της και για τη μητέρα της και αυτό είναι και ένα σημείο αντιμαχίας μεταξύ των μελών της οικογένειας, ποιος θα πρωτοθυσιαστεί για τον άλλον, το οποίο το βρίσκω πολύ όμορφο. Δημιουργεί μια σχέση με τον Νικολάι και νιώθει ότι κάπως τον καταλαβαίνει. Προσπαθεί να του μιλήσει. Δεν έχουν θυμό προς αυτόν. Έχουν μια συμπόνοια συλλογικά». Για τη συνεργασία με την ομάδα μοιράζεται ότι: «Είχαμε πολύ όμορφη συνεργασία. Ο Ορφέας είναι ένας φοβερός leader, το ίδιο και η Ρένια. Με τον Γιάννη Καράμπαμπα νιώσαμε άνετα από την ακρόαση, γιατί κάναμε μαζί δοκιμαστικό. Και το κοριτσάκι που κάνει την ανηψιά μας ήρθε πολύ γλυκά και έδεσε».

Ο Γιάννης Καράμπαμπας είναι ο Ηλίας, ο αρραβωνιαστικός της Ελίνας: «Είναι ένας νέος λαϊκός άνθρωπος, με την οικογένειά του πολύ αγαπημένοι, με τη σύντροφό του που ετοιμάζονται να παντρευτούν, με τα όνειρά τους για την κοινή τους ζωή και συμβαίνει αυτό το γεγονός που καλείται να το διαχειριστεί».

Για τη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη και το υπόλοιπο cast, ο ίδιος αναφέρει: «Είναι πολύ όμορφο να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που συνεννοείσαι, υπάρχει ένα όμορφο κλίμα και γίνονται τα πράγματα πολύ πιο εύκολα. Από την ταινία θα κρατήσω την εμπειρία της συνεργασίας με έναν σκηνοθέτη που, ενώ οι ανάγκες του έργου, ήταν πολύ απαιτητικές, εκείνος ήθελε να πετύχει μια ιδιαίτερα τεταμένη ατμόσφαιρα. Φρόντισε για την κατάλληλη προετοιμασία και κατάφερε να καλλιεργήσει στα γυρίσματα την ασφάλεια, την ηρεμία και ένα κλίμα χωρίς εντάσεις, με σεβασμό στον τρόπο και στον χρόνο που χρειαζόντουσαν οι ηθοποιοί για να δουλέψουν».

Ο Ερρίκος Λίτσης ενσαρκώνει τον ρόλο του Αρχηγού της Αστυνομίας: «Λέγομαι Παπαδέας και είμαι ο κύριος υπεύθυνος για την εισβολή στο σπίτι όπου κρατούνται οι όμηροι. Είμαι αυτός που παίρνει την ευθύνη και την απόφαση να γίνει η επιχείρηση με όλες τις δραματικές εξελίξεις που θα δούμε στην ταινία». Για την παραγωγή δηλώνει πολύ ευχαριστημένος: «Με την Tanweer έχω ξανασυνεργαστεί και στην τηλεόραση. To ίδιο και με αρκετούς συναδέλφους, όπως με τη Μαρία Ναυπλιώτου και το Δημήτρη Λάλο. Υπάρχει με όλους ένας αλληλοσεβασμός και μία αλληλοεκτίμηση στα όρια της φιλίας, αν θέλεις. Νομίζω ότι όλα είναι ιδανικά για έναν άνθρωπο που του αρέσει ο κινηματογράφος. Η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα της ταινίας είναι ότι ποτέ δεν συναντιόμαστε όλοι μαζί στο γύρισμα».
Ο Βασίλης Ρίσβας είναι ο Υπαρχηγός της αστυνομίας, ο οποίος αναλαμβάνει το δύσκολο έργο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στον εγκληματία και τον δημοσιογράφο. «Έχει τρομερό ενδιαφέρον σαν ρόλος και έτσι όπως είναι γραμμένο το σενάριο, μπαίνεις στη διαδικασία να νιώσεις την αγωνία που τραβούν αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά τα πράγματα είναι πιο σκοτεινά, γιατί υπάρχει μία ολόκληρη ίντριγκα πίσω από αυτή την ιστορία και στην ουσία ο Υπαστυνόμος είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος». Θα συνεχίσει ως εξής για την εμπειρία του στο γύρισμα: «Γενικά, όλοι οι συντελεστές είναι υπέροχοι. Έχω την τύχη να τους γνωρίζω και από πριν με την ιδιότητα και του σεναριογράφου εκτός του ηθοποιού, γιατί έχω συνεργαστεί με τους περισσότερους».

 

Credits
Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Ρένια Λουιζίδου, Νίκος Ψαρράς, Ερρίκος Λίτσης, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννης Καράμπαμπας, Βασίλης Ρίσβας, Πολύδωρος Βογιατζής, Θοδωρής Σκυφτούλης, Ράσμη Τσόπελα
Σκηνοθεσία: Sherif Francis
Σενάριο: Sherif Francis & Κατερίνα Μπέη
Παραγωγός: Διονύσης Σαμιώτης
Line Producer: Πάνος Πετρόπουλος
Διευθυντής Φωτογραφίας: Ramon Malapetsas
Production Designer: Μιχάλης Σαμιώτης
Συμπαραγωγός: Κώστας Λαμπρόπουλος
Associate Producer: Κωνσταντίνος Κοντοβράκης
Δημιουργικός Σύμβουλος: Αγγελος Φραντζής
Μοντάζ: Θοδωρής Αρμάος G.F.E
Μουσική: Coti K
Ενδυματολόγοι: Άννα Ζώτου & Εβελίνα Δαρζέντα
Art Director: Μυρτώ Δασκαρόλη
Sound Design: Άρης Λουζιώτης
Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης
Ηχοληψία: Πάνος Παπαδημητρίου
Colorist: Μάνθος Σάρδης
VFX: Χρήστος Ζούμης
Κομμώσεις: Σωτήρης Πατεράκης
Μακιγιάζ: Κατερίνα Βαρθαλίτου
Casting Director: Μάκης Γαζής
Εκτέλεση Παραγωγής: View Master Films
Παραγωγή: Tanweer Productions
Σε συμπαραγωγή με τους: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων & Δημιουργίας, ΕΡΤ Α.Ε., NOVA
Διανομή: Tanweer Alliances

Venue:

REX MUNICIPAL CINEMA OF AGIOS NIKOLAOS, CRETE

Address:

Lasthenous and Sfakianaki corner

MUNICIPAL JOINT STOCK COMPANY OF AGIOS NIKOLAOS REAL ESTATE DEVELOPMENT & OPERATION OF COMMON AREAS AFM 999072604 MARINA OF AGIOS NIKOLAOS

Tickets

There are no tickets available.

Subcategories